Ποιήματα-Δημοτικά τραγούδια

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Κλέφτικο γλέντι

Της νύχτας οι αρματολοί και της αυγής οι κλέφτες,
Οληνυχτίς κουρσεύανε και την αυγή κοιμώνται,
Κοιμώνται στα ψηλά βουνά και στους παχιούς τους ίσκιους.
Είχαν αρνιά και ψένανε, κριάρια σουβλισμένα,
Είχαν κι ένα γλυκό κρασί από το μοναστήρι,
Είχαν και σκλάβα έμορφη και τους κερνά και πίνουν.

-Κέρνα μας, σκλάβα, κέρνα μας γεμάτα τα ποτήρια
και κείνονε που αγαπάς για διπλοκέρασέ τον
και στο δικό μου το γυαλί ρίξε σπειρί φαρμάκι,
για ναν το πίνω βράδυ αυγή, αυγή και μεσημέρι,
να κατακάτσει ο σεβντάς ,σεβντάς που χω για σένα.


Τα παλικάρια τα καλά

Τα παλικάρια τα καλά αγλήγορα γερνάνε
γερνάνε από τις όμορφες κι από τις μαυρομάτες,
όπου κάθονται αντίκρυτα ψηλά στα περιθύρια.

-Έλατε απάνου, βρε παιδιά, να φάμε και να πιούμε.
Έχω περδίκια στο νταβά, έχω λαγούς στο φούρνο,
έχω και ένα γλυκό κρασί από το μοναστήρι.


Χωρισμός

Τώρ είναι Μάης κι άνοιξη,τώρα είναι καλοκαίρι,
Τώρα φουντώνουν τα κλαδιά κι ανθίζουν τα λουλούδια.
Τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάγει.
Νύχτα σελώνει τ’άλογο,νύχτα το καλιγώνει,
Φκιάνει ασημένια πέταλα,καρφιά μαλαματένια,
βάνει τα φτερνιστήρια του ,ζώνει και το σπαθί του.
Κι η κόρη,όπου τον αγαπάει.κρατεί κερί και φέγγει,
με το να χέρι το κερί, με τ’άλλο το ποτήρι.

Κι όσα ποτήρια τον κερνάει ,τόσες βολές του λέγει:
-Πάρε μ’.αφέντη,πάρε με,πάρε κι εμέ κοντά σου,
να μαγειρεύω να δειπνάς,να στρώνω να κοιμάσαι ,
να γένω γης να με πατάς,γιοφύρι να διαβαίνεις,
να γένω κι ασημόκουπα να πίνεις το κρασί σου,
εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα.
-Κει που πηγαίνω ,λυγερή,γυναίκες δε διαβαίνουν ,
εκεί είναι οι λύκοι στα βουνά και κλέφτες στα δερβένια ,
και σένα παίρνουν .κόρη μου,και μένα με σκλαβώνουν.

ΑΚΡΙΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Καλώς ήρτεν ο Χάροντας νά φά’ νά πιή μιτά μας,
νά πιή γλυκόποτον κρασίν πού πίνουν φουμισμένοι,
νά πιή γλυκόποτον κρασίν πού πίνουν οι ‘γουμένοι
απού τό πίνουν ευμενείς καί πέφτουν καί κοιμούνται
απού τό πίνουν άρρωστοι καί βρέθουνται γιαμένοι
καί μέ τήν ευωδίαν του βρέθουνται μεθυσμένοι

.
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Κ. Κωνσταντινίδης

Τα τρεχαντήρια αράζουνε και πάλι στο λιμάνι.
Νησιωτοπούλες στρώσετε τραπέζι με κρασί

(Ι. Τσακασιάνος)

Είναι η αμοιβή για τη σκληρή δουλειά του γεωργού:
Στρώνει τραπέζι φτωχικό, κρεμά το κλαδευτήρι,
κι όλο με γέλια και φιλιά
κάνουνε δείπνο βασιλιά
κρασί και ψωμοτύρι


Κ. Παλαμάς

Είναι η αμοιβή αυτού που πολεμά για την ελευθερία της πατρίδας του:
Βιολιά, κρασί, ξεφάντωμα, χαρα!
Γυρνάν οι νικητές τυραννομάχοι

Μοάτσου-Βάρναλη Δώρα : Αύγουστος

Σκορπάει το κλήμα γύρω τους χυμούς του,
τρυγούν μέσα στ’ αμπέλι τα σταφύλια
κι απ’ τη γερτή του μπαλκονιού μας γρίλλια,
μέσα στο απομεσήμερο του Αυγούστου,

η μυρουδιά του πατημένου μούστου
στην κάμαρά μας μπαίνει την ανήλια,
κ’ ηδονικά χαϊδεύει μας τα χείλια.
Το κλήμα με τους ώριμους καρπούς του

τριγύρω μας απλώνει πονηρά
τη μέθη με τα φλόγινα φτερά…
Δε φταίμε εμείς, αν μέσα στις καρδιές μας

ξυπνούν αμαρτωλές οι επιθυμίες μας…
ζεστό τα’ απομεσήμερο του Αυγούστου
Μεθυστικά κ’ η μυρουδιά του μούστου.


Παπατσώνης Τ.Κ. : Ρεμβασμός Δεκαπενταύγουστου

Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένοαπό την αντηλιά.
Γύρω-γύρω σου αμπέλια, μποστάνια, καρποφόρες συκιές
και κάπου κάπου μοναχική και κάποια ελιά.

Σπουργίτες, κοτσύφια και άλλα πουλιά φτερουγίζουν χαρούμενα
τσιμπολογώντας τις γυαλιστερές ρώγες.


Παπαντωνίου Ζ. : Ευθανασία

Ήταν στη Ζάκυνθο… Χλιαρό απαλό το μεσημέρι.
Μες στο χειμώνα ανάσαινε ξανθό το καλοκαίρι.
Άπλωνε ο ήλιος τα χρυσά στρωσίδια στους ελαιώνες,
Κρεμούσαν οι κληματαριές τα πορφυρά σταφύλια,
Στις φράχτες που ανεβαίναμε τρυγώντας ανεμώνες
Έπαιζε η σπίθα του φωτός και των πουλιών η τρίλλια.

Κι ο κυνηγός σημάδεψε και με την τουφεκιά του,
Που αρμονιζότανε κι αυτή μες στην ωραίαν ημέρα
Στον αλαφρό λιγόθυμον ανασασμό του αέρα,
Δύο μαύρα σπαθωτά φτερά κατέβηκαν μπροστά του.

Μακαρισμένος θάνατος τον έριξε στο χώμα
Τον κότσυφα το σφυριχτή στην ώρα απάνω που
Το λαμπερό του βύθιζε κεχριμπαρένιο στόμα
Στο μέλι ενός καρπού.

Και οι κληματαριές με την παχιά σκιά τους δροσίζουν τις αυλές των σπιτιών
προστατεύοντας από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο.

Σικελιανός Άγγελος: Θαλερό

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τα’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη…

…κι από τα κλήματα τα νιά, που της πλαγιάς ανέβαιναν
μακριά – πλατιά τη σκάλα,
σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειότανε
στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων’ απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι…

Και κάτου απ’ την κληματαριά την άγουρη μ’ επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
στρωτό τραπέζι, πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του Αποσπερίτη…

Πλακωτάρη Αλεξάνδρα: Πήραν οι Ψάλτες τ’ ουρανού τη σκάλα

Κι όλη η ξυλόγλυπτη κληματαριά, το μαύρο τέμπλο,
Ζωντάνευε ν’ ακούσει, φύλλα και σγουρά τσαμπιά
Με δράκο αστρακωτό και φτερωμένη περιστέρα

Πάλλης Αλέξανδρος : Τέσσερα αδέρφια

Και τ’ άλλο αγόρι τραγουδάει «Ο τρύγος τώρα αρχίζει
Με χαρωπά τραγούδια
Σταφύλια κει, σταφύλια εδώ
Πατείτε άνδρες, στους ληνους, τρυγάτε, κοπελούδια»


Κρυστάλλης Κ. : Τραγούδι του τρυγητού

Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
Δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
Να κάμω αθάνατο κρασί, μοσχοβολιά γιομάτο.

Χριστόπουλος : Τρύγος

Καθαρώτατες παρθένες,
Με κισσόν στεφανωμένες,
Εις τον τρύγον συναχθήτε
Κι ελαφρά ‘νασκουμπωθήτε.

Πάρτε όλες τα μαχαίρια
Εις τα δεξιά σας χέρια,
Πάρτε κι εις τ’ αριστερά σας
Τα καλάθια τα πλεχτά σας.

Κι εις τα’ αμπέλι μας κινώντας,
κελαϊδώντας τραγουδώντας,
Ας φιλιούμασθε στα χείλια
Κι ας τρυγούμε τα σταφύλια.

Τα σταφύλια τα δροσάτα,
Τα σταφύλια τα μελάτα,
Τα υγρά θησαυροφόρα
Του γλυκού μας Βάκχου δώρα.

Κρανιδιώτης Νίκος : «Βακχικό»

Κάπελα, βάλε γιορτινά
κι έβγα ψηλά στον τοπχανά
να διαλαλήσεις βλάμικο κι σίκικο μεθύσι!

κι αράδα να κερνάς κρασί,
να πηγαινοέρχεται η μισή
με της λατέρνας το γλυκό κι ανασυρτό τραγούδι.

Ω! Να κατέβαινε ο Θεός, να κάθονταν να πιει κι αυτός,
κι απά στο δεύτερο κρασί να του κρυφομιλήσω,
και να του λέω ολονυχτίς
πόσο είν’ αλήθεια μερακλής,
για τα δυο μάτια που έφτιαξε, ώσπου να τον μεθύσω.
Κι όταν το μπρούσκο το κρασί
κι η καλοσύνη η περισσή,
μέσα στο υπόγειο καπηλειό θα’ χουν όλους μεθύσει,
να κλάψω πια αυτή τη χαρά,
που θα ξαλλάζει η συμφορά,
όπως η Μοίρα η ανθρώπινη σκληρά μας έχει ορίσει…


Μαλακάσης Μ. : Μπαταριάς

Ο Μπουκουβάλας ο μικρός κι ο Κλης του Τσαγκαράκη
Κι ο Νίκος του Βρανά,
Σάββατο βράδυ, κάποτε, τόριχνανστο μεράκι,
Στου Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά…

Στο τρίτο κρασοπότηρο, πουλιά του Παραδείσου
Ξυπνούσανε κι αηδόνια στα κλαδιά.

Τους έλεγε, ξενέρωτος, πως δεν ήταν η τάξη,
Πρωί και Κυριακή
Να δουν παιδιά, που τάχανε μη βρέξη και μη στάξη,
Μπλεγμένα στα βιολιά και στο κρασί.


Βάρναλης Κ.: Μοιραίοι

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές,
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Χριστόπουλος Α. : Βαρελοθήκη

Έξω, έξω τα βιβλία!
Στη φωτιά η φλυαρία.
Λέξες, λόγοι όλα κάτω!
Τι του κάκου τα φυλάττω;

Τον Απόλλωνα τους ρίξε
και τες Μούσες όλες πνίξε.
Την πικρή τους δάφνη καύσε
κι απ’ τους κόπους πλέον παύσε.

Ο κισσός ας πρασινίσει
και το κλήμα ας ανθίσει,
να γλυκάνει το σταφύλι
τα πικρά μου τούτα χείλη.

Βάλε Βάκχον και Μαινάδες
και βαρέλια μυριάδες,
να γενεί βαρελοθήκη
η χρυσή βαρελοθήκη!

Μη με λέγεις καλαμάρι
μον’ κανάτα, μον’ πιθάρι.
Μη κοντύλι, μον’ κροντήρι
και γαβάθα και ποτήρι.

Θέλω θέλω να καθήσω,
να χαρώ, να ευθυμήσω
με τον Βάκχον μου τον φίλον
στης βαρέλας μου τον τύλον.

Καραντώνης : Σε πολιτείες μόνοι

Σταλαγματιά κρασιού στον ουρανίσκο
κάθε που με φιλάς δροσιά του πόντου,
γέμισ’ ο Θεός με ανθούς της γης το δίσκο
για τις αγνές χαρές των εδικών του.


Λαύρας-Πετιμεζάς Ν. : Ο Γυρισμός του καπετάνιου

Κει στα ξένα, κάποιο βράδυ που με κέρναγε κρασί.
μού ‘δειχνε κοράλια χείλια –πειρασμό- η μαργιόλα,
μια ξανθή.

Πολέμης Ιωάννης : Νερωμένο κρασί

Ό,τι κι αν είχε τόχασε : γυναίκα, βιός, παιδιά του,
τίποτε δεν τα’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.
Πέταξ’ η έννοια από το νου κι η ελπίδ’ απ’ την καρδιά του
κι η υπομονή εμαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.

Όπως τα λείψανα περνούν, περνάει αργά ο καιρός του
και ζει δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.
Μες στην ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
του κάκου εκεί κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.

«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τι το νερώνεις το κρασί, και πίνω απ’ το ξανθό
και πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρι
κι από το σώμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;

Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,
ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά…»
Κι ο κάπελας γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:

«Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα που απελπισμένος χύνεις
πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;
Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαις;

Από το μαθητή Ανδρέα Φύκηρη